Σάββατο, 29 Ιουνίου 2013

Η ΒΡΟΧΗ

  Οι σταγόνες έπεφταν χορεύοντας στο τζάμι. Μπορούσε ακόμα και να ακούσει την μουσική στην οποία υπάκουαν οι μικρές διάφανες σταγόνες. Ένα αόρατο χέρι χτυπούσε απαλά τα πλήκτρα του πιάνου. Κι αυτές έπεφταν ... και έπεφταν. Ο ουρανός τις έδιωχνε με μανία από μέσα του. Το φώς και μετά πάλι το σκοτάδι, ο δυνατός ήχος και μετά πάλι η σιωπή. Πόσο καιρό είχε να κάτσει κάτω από την βροχή χωρίς να την νοιάζει; Από κοριτσάκι. Τότε που πήγαινε σχολείο ακόμα. Κάθε φορά που έβρεχε έβγαινε έξω. Έμενε εκεί μέχρι να μουλιάσει. Άνοιγε τα χέρια σαν να χορεύει, άνοιγε το στόμα και έπινε το νερό. Νερό από τον ουρανό σαν να το στέλνει κάτι άλλο, κάτι ανώτερο... τότε πίστευε ακόμα. Μα πλεον η πίστη δεν βρίσκει καταφύγειο μέσα της. Την έχασε κάπου εκεί ανάμεσα στο άγχος, ανάμεσα στην ρουτίνα, ανάμεσα στις απογοητεύσεις, ανάμεσα στους πόνους, ανάμεσα στην κούραση, ανάμεσα στο <θέλω κι άλλα>. Μαζί της έχασε και την ελπίδα. Μαζί δεν πάνε αυτά; Όμως αν άφηνε λίγο πίσω την λογική της ίσως να ανέπνεε πάλι. Δεν χρειάζεται να είναι όλα ένα καλοκουρδισμένο ρολόι. Ίσως αν άφηνε λίγο την τρέλα να επιστρέψει μέσα της... Βγήκε έξω ξυπόλητη. Έκλεισε τα μάτια και αφέθηκε στην βροχή. Ήταν ελεύθερη! Μετά από τόσα χρόνια δεν την ένοιαζε πια. Δεν ήθελε <ομπρέλες>, ψεύτικη προστασία. Ήθελε να νιώσει πάλι ανέμελη. <Όχι, δεν με νοιάζει τίποτε>, σκέφτηκε. <Μόνο να πιστέψω πάλι, μόνο να ελπίζω πάλι.> Αλλά είχε πολύ δρόμο μπροστά της... και η βροχή σταμάτησε απότομα, τόσο απότομα όσο είχε έρθει.

2 σχόλια: