Τρίτη, 30 Ιουλίου 2013

ΟΥΡΑΝΙΑ



    Και εκεί που μπαίνουν τα πράγματα στη σειρά κάποιος έρχεται και στα γκρεμίζει όλα. Γιατί; Γιατί έτσι είναι η ζωή. Γιατί από αυτά που συμβαίνουν στον καθένα, τα λίγα τα επιλέγει και τα πολλά μπαίνουν στο δρόμο του με το έτσι θέλω. Γιατί ο κόσμος προχωράει με τη φωτιά. Γιατί… γιατί… Ουρανία άρπαξε τα παιδιά σου και κοίτα μόνο να σωθείς!

   Οι χαρές για την απελευθέρωση γρήγορα γίνανε μαύρα σύννεφα. Οι ειδήσεις, οι φήμες όλα ήταν απογοητευτικά. Αρκετοί φύγανε πριν τους διώξουν. Οι πολλοί έμειναν  για να ζήσουν την φρίκη του διωγμού. Τη φρίκη της φωτιάς. Τον εξευτελισμό, τον πόνο. Μυρμήγκια που τρέχουν να σωθούνε οι άλλοτε αφεντάδες, ξεκληρισμένες πλέον οι καλές οικογένειες με τις λευκές τροφαντές κόρες.       

      Κάπου εκεί την ώρα που όλα τα βάσανα της προηγούμενης ζωής της έμοιαζαν ευλογίες η Ουρανία χαμένη αναζητά μια σανίδα σωτηρίας. Ήταν μέσα στην σάπια βάρκα για ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή… Μπροστά της ένας άγνωστος κόσμος, μια αβέβαιη ζωή. Τα κύματα, χιλιόμετρα αμέτρητα που οδηγούν στο αύριο. Και πίσω της ένα ζωγραφιστό χθες, με χρώματα ζωηρά και γνώριμα. Ένας αέρας με την οικία μυρωδιά της πατρίδας. Γύρισε το βλέμμα της προς την αγαπημένη πόλη, η φωτιά γλύφει με την αχόρταγη γλώσσα της ότι αγάπησε τόσα χρόνια. Οι κραυγές της απελπισίας έφταναν στα αυτιά της και σιγά σιγά νομίζοντας πως χάνει το μυαλό της, ένας αμανές την πλημύρισε, ένα μακρόσυρτο αμάν όπως στα τραγούδια που τραγουδούσε  παλιά ακουγόταν τώρα και πάλι. Η όμορφη γεμάτη πόνο μελωδία δυνάμωνε μέσα της. Μπόρεσε να κρατηθεί. Μπόρεσε να νικήσει την τρέλα. Δεν πήρε τίποτε μαζί της. Μόνο μια χούφτα χώμα. Την έβαλε βιαστικά μέσα στην τσέπη της, ήταν ότι πιο πολύτιμο μπορούσε να πάρει μαζί της, από μια πατρίδα που ίσως… ίσως να μην ξανάβλεπε ποτέ! 

     Την πρώτη φορά που έπαιρνε τον δρόμο χωρίς επιστροφή ήταν οχτώ χρονών. Μαζί με την μητέρα της έφευγε από τα βουνά της Αρμενίας, γιατί πάλι κάποιος άλλος το επέλεξε. Για κάποια δευτερόλεπτα η μνήμη της πέταξε σε κείνες της στιγμές. Τότε είχε την ευλογημένη άγνοια της παιδικότητάς της. Δεν ήξερε. Τώρα συνειδητοποιούσε το κρυφό κλάμα της μάνας της. Τώρα την καταλάβαινε. Η Αδριανή πάλι δίπλα της έκλαιγε φανερά αυτή την φορά και κρατούσε σφικτά στα δυο της χέρια το μόνο πράγμα που ήθελε μαζί της για πάντα, το κουτάκι με την μισοτελειωμένη δαντέλα της Πολυξένης. Τώρα ήταν η σειρά της Ουρανίας να σταθεί δυνατή και να την παρηγορήσει. Δύο γυναίκες με δύο μικρά παιδιά σε ένα ταξίδι με αβέβαιο προορισμό… Η ζωή τους ήταν τώρα πια  σκορπισμένα όνειρα όπως οι στάχτες και πώς να μαζέψεις τις στάχτες με γυμνά χεριά;  Πάντα όμως είχε ελπίδα η Ουρανία. Όποια δυσκολία και να αντιμετώπιζε, μικρή ή μεγάλη, πάντα άκουγε την κρυφή δύναμη μέσα της και ήλπιζε πως όλα θα πάνε καλά. Μόνο η ελπίδα που στριφογύριζε μέσα της για μια καλύτερη ζωή μπόρεσε να την προστατέψει από αυτό που ζούσε… δεν άντεχε να σκέφτεται τι άφηνε πίσω της, πως τα όνειρα της κάηκαν στην φωτιά. Πως ο παράδεισός της έγινε κάρβουνο. Ο παράδεισος που πάσχιζε μια ζωή να φτιάξει. Το μόνο που σκεφτόταν ήταν πως ένας καινούργιος παράδεισος την περίμενε. Η γη της επαγγελίας στην Ελλάδα.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΜΟΥ, "ΤΑΞΙΔΙ ΩΣ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ"

2 σχόλια:

  1. Μπραβο Κατιάννα , πολύ δυνατό το κομμάτι αυτό , γεμάτο συναισθήματα και εικόνες .

    ΑπάντησηΔιαγραφή